ἐπιχρονίζω

ἐπιχρον-ίζω,
A last long, Thphr.Ign.61 ;

ὅταν [τὸ θερμὸν] -χρονίσῃ Arist.Pr.936a20

;

ἐπικεχρονικός

inveterate, chronic,

Gal.11.103

:— [voice] Pass., ἀὴρ -όμενος ψυχθείς when cooled in course of time, Arist.Pr. 942a33.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • επιχρονίζω — ἐπιχρονίζω (Α) διαρκώ πολύ («ὅταν [τὸ θερμὸν] ἐπιχρονίσῃ», Αριστοτ.) 2. (για ασθένεια) γίνομαι χρόνιος 3. παθ. ἐπιχρονίζομαι φρ. «ἀὴρ ἐπιχρονιζόμενος ψυχθείς» αέρας που κρυώνει όσο περνάει η ώρα, (Αριστοτ.) …   Dictionary of Greek

  • ἐπιχρονίσῃ — ἐπιχρονίζω last long aor subj mid 2nd sg ἐπιχρονίζω last long aor subj act 3rd sg ἐπιχρονίζω last long fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρονιζόμενος — ἐπιχρονίζω last long pres part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρονίζοι — ἐπιχρονίζοῑ , ἐπιχρονίζω last long pres opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχρονίσας — ἐπιχρονίσᾱς , ἐπιχρονίζω last long aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.